Κνησμός

Ο Κνησμός είναι μια κοινή πάθηση, με μερικώς γνωστή παθογενετική διαδικασία. Οι αιτίες μπορεί να είναι δερματικές, συστηματικές, νευρολογικές ή ψυχογενείς. Οι δερματικές αιτίες πάντα συνοδεύονται από πρωτοπαθείς βλάβες του δέρματος, δηλαδή βλάβες που προκαλούν φαγούρα ενώ ανεξαρτήτως αιτίας ο κνησμός μπορεί να οδηγήσει σε διαβρώσεις, λειχηνοποίηση (δηλαδη πάχυνση του δερματος) ή διαταραχές του χρώματος του δέρματος λόγω ξεσμού. Πολλαπλά συστηματικά νοσήματα μπορεί να συνοδεύονται από κνησμό ενώ μπορεί να είναι το πρώτο σημάδι κάποιας αιματολογικής κακοήθειας. Όταν η αιτία δεν είναι σαφής, το καλό ιστορικό, η κλινική εξέταση και ο εργαστηριακός έλεγχος που μπορεί να περιλαμβάνει και τη βιοψία δέρματος μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση.

Εφόσον διαπιστωθεί η αιτια του κνησμου μπορεί να καθοριστεί και η καταλληλότερη θεραπεία. Πολλές φορές η αντιμετωπιση του νοσήματος που προκαλει τον κνησμό οδηγει και στην ύφεση του κνησμού. Επί εντοπισμενου κνησμού χρησιμοποιούνται τοπικές θεραπείες, όπως τα κορτικοειδή, η καψαισίνη , οι αναστολείς καλσινευρίνης, τοπικά αναισθητικά και δοξεπίνη τοπικά. Επί γενικευμένου κνησμού είναι  σημαντικό να περιοριστει η ξηροδερμία και ο ερεθισμός του δέρματος με ισχυρές ενυδατικες κρέμες. Σημαντική είναι και η συνεισφορά των αντιισταμινικών στο γενικευμένο κνησμό και ειδικά τα πρώτης γενιάς στον νυχτερινό κνησμό. Επί εμμενουσών περιπτώσεων γενικευμένου κνησμού μπορουν να χρησιμοποιηθούν και αντικαταθλιπτικά ή αντιεπιληπτικά φάρμακα.